| 1.
Δρόμοι
Ο φωτογράφος οδοιπορεί και φωτογραφίζει την ύπαιθρο και την πόλη, καθώς
και τους ανθρώπους που κατοικούν εκεί σε διάφορες φάσεις των περιοδικών
τους μεταλλαγών. Ενίοτε αποτυπώνει με τον φωτογραφικό φακό τους δρόμους
που υπάρχουν ανάμεσα τους. Χτισμένοι από τον ίδιο τον άνθρωπο άλλοτε
στρωμένοι με άσφαλτο ή χαλίκι και άλλοτε χωμάτινοι η πέτρινοι μέσα ή
έξω από τις πόλεις, οι δρόμοι είναι πάντα πηγή συναισθημάτων. Εάν τους
φωτογραφήσει θα μπορεί ενίοτε να ανακαλεί μέρος του συναισθήματος που
είχε όταν πρωτοβρέθηκε μέσα σ΄ αυτούς.
Είτε για την νοσταλγία των στιγμών που φεύγουν πίσω, είτε για την ευόδωση
μιας όμορφης φωτογραφίας ο δρόμος ασκεί μια ακαθόριστη γοητεία στον
φωτογράφο. Εκεί οι φωτογραφήσεις γίνονται κομμάτι μιας εξόδου, από τα
εγνωσμένα και ημιχαρούμενα του αστικού βίου, προς την πολύ-αναμενόμενη
συνάντηση με τον καινούργιο τόπο όπου η συνδιαλλαγή με τις εικόνες γίνεται
μικρή τελετουργία αλλά και εσωτερική ανανέωση. Μέσα σε αυτούς τους δρόμους
οι άνθρωποι επιδιώκουν τους στόχους τους, περπατούν, συνδιαλέγονται,
ερωτεύονται, αφουγκράζονται ασυνείδητα την ζωή και το πλαίσιο της, ο
καθένας εσωτερικά ίσως και όμοια.
Οι δρόμοι είναι απεικονίσεις της ανθρώπινης μετάπλασης. Σχεδόν πάντα
δίνουν σημάδια του παρελθόντος τους και προδίδουν την αξία του δημιουργού
τους. Δείχνουν τα σωστά και τα λάθη του πως έζησε πως ζει και πως θα
πεθάνει.
Ο δρόμος είναι ο τόπος που ο φωτογράφος θα προσπαθήσει να αναδείξει
την ανθρώπινη κατάσταση, εκεί που ο άνθρωπος ποτέ δεν μένει για πολύ
αλλά κοντοστέκεται και λίγο αργότερα προχωράει στην αποκλειστική του
παροδικότητα.
Οι δρόμοι υπήρξαν κάποτε απλά αναγνωρίσιμες κατευθύνσεις χωρίς κάποιο
είδος μόνιμης κατασκευής . Απλά έφτανε η φαντασιακή απεικόνιση του τέλους
του δρόμου και η πορεία μέσα από κάποια διακριτά σημάδια. Κάποιο δάσος
, βουνό η ξέφωτο, κάποιο ποτάμι, μια πεδιάδα ή απλά ένα μεγάλο δένδρο
έφτανε για να διαμορφωθεί η αίσθηση της σωστής πορείας. Ήταν η εποχή
που η χρόνια φύση της μετάβασης εμπεριείχε όλα τα βιωματικά συστατικά
που καθιστούσαν το ταξίδι αυτό ( όπως κοινότοπα χαρακτηρίζουμε στην
νέα Ελλάδα) εμπειρία ζωής. Στόχος, ρίσκο, διάρκεια, μεταβαλλόμενες συνθήκες
ήταν χαρακτηριστικά των ταξιδιών σε εκείνους τους νοητούς δρόμους. Έτσι
ο σκοπός του ταξιδιού ήταν σχεδόν πάντα κάτι σημαντικό και η συνεχής
υπόμνηση του σκοπού του ταξιδιού αναπότρεπτη.
Πάνω απ’ όλα ο δρόμος, από τότε που ο άνθρωπος έχει συνείδηση, αποτελεί
ένα χώρο συναισθήματος. Σαν να ενεργοποιεί μια ενστικτώδη αίσθηση προορισμού
που όλοι μοιραζόμαστε.
Άγις Παπαθανασίου
2. (από το ποίημα τέως πλατυτέρα)
Και βάδισε στο κύμα
Γιατί η αγάπη δεν έχει ιδιοκτησία
Ούτε αποσκευές
Αθηνά Παπαδάκη
3. Μπάρες
Ο δρόμος, ακόμη κι άφτιαχτος, υπάρχει στο μυαλό. Είναι αυτός που προτιμούν
τα όνειρα να ταξιδέψουν πιο σύντομα, είναι εκείνος στον οποίο η φαντασία
απλώνει το εργαστήρι της, στήνοντας γέφυρες, μικραίνοντας τις αποστάσεις,
ακυρώνοντας τις δυσχέρειες. Ο δρόμος, τότε, γίνεται παραμύθι, προσδοκία,
τρόπος να χωρέσει ο κόσμος σε μια χούφτα. Αλλά και οι μπάρες αποκτούν
θωριά πρώτα στο νου που αφήνει το αποτύπωμά του στη χάραξή τους, σαν
τα σημάδια στο ρίξιμο του φλυτζανιού.
Στην Ελλάδα της βορείου μεθορίου είναι ακόμη νωπές οι αφηγήσεις για
τις μπάρες της μεταπολεμικής μας ιστορίας. Μιλούν για μονόδρομους, για
δρόμους που προειδοποιούσαν για το αδιέξοδο, για δρόμους χορταριασμένους,
για δρόμους αυλακωμένους από την εγκατάλειψη, για τόπο παράδεισο για
τις σβουνιές και τα σκυλιά.
Τέτοιους δρόμους τους συναντάς σε κάθε σου βήμα στα βουνά των Πομάκων,
στην ορεινή Ξάνθη. Συνήθως, όσοι έρχονται από την πέρα πλευρά του Νέστου
τους κουβαλούν μαζί τους. Κουβαλούν δρόμους με μπάρες που τους εμποδίζουν
να χαρούν το ταξίδι, να νιώσουν τον τόπο. Δρόμοι σπαρμένοι με μπάρες.
Μπάρες φτιαγμένες από θυμό και φόβο. Μπάρες παντού, σε κάθε μυαλό, έξω
από εκκλησία αλλά και τζαμί.
Δρόμοι που φυλακίζουν το μάτι με τους υπερυψωμένους τοίχους, δρόμοι
που κάνουν αναγκερό το σταμάτημα και τη σκέψη. Μια ανάσα από το βουητό
των πολλών αλόγων το ξαπλωμένο γαϊδούρι και οι βαθιές χαρακιές από τις
νεροσυρμές θυμίζουν τη χρόνια στεφανιαία νόσο της μεταπολεμικής μας
δυσανεξίας που τράβηξε τις μπάρες όσο να στραγγίσει το σώμα της ορεινής
Ελλάδας και μετά οι μπάρες επανήλθαν με τον ήχο της ερήμωσης και της
εγκατάλειψης να μοιριολογάει.
Δρόμοι με μπάρες δίπλα στην πολύβουη Εγνατία. Άνθρωποι και πρόσωπα ένα
με το γαλήνιο τοπίο. Βλέμμα σκοτεινιασμένο από τα πολλά λόγια. Κορμί
ξαφνιασμένο από τον αναπάντεχο θόρυβο του αυτοκινήτου να περάσει τον
αυλακωμένο δρόμο. Και συ να στέκεσαι παράμερα ενοχλημένος από τις μπάρες
που κουβαλάς.
Βαγγέλης Αυδίκος
4. Το άλικο ως φως
Κάθε λέξη που γίνεται πράξη αλλάζει
Μιχάλης Κατσαρός
Έκπτωτοι δρόμοι
Δρόμοι ανυμέναιοι
Δρόμοι φιλιά
Του Ησίοδου φθορά
Της Εγνατίας άγος
Η ιστορία απαιτεί αποδείξεις
Οχυρώνεται
Πίσω από τα ονόματα
Εγχέσπαλος,
Μεδιόλανον (Banca Mediolanum)
Βούρμπιανη
Φθαρμένα ανεμούρια
Ανυποχώρητοι σπασμοί
Μαζική αμάθεια
Μαζική απάθεια
Άλικοι δρόμοι
Άλικα μάτια
Άλικοι χρόνοι
Άλικοι φόβοι
Δρόμοι ανίστορες
Γιώργος Α. Παναγιώτου
5. Για την οδό Πειραιώς
Ήταν στις αρχές του 1950 όταν ένα επαρχιωτάκι ήρθε στην Αθήνα να συναντήσει
τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Καθώς όμως δεν τα πήγε καλά μαζί τους, γύρισε
στο χωριό.
Γύρισε, αλλά κουβαλούσε την Αθήνα και τον μεγάλο δρόμο που έμεναν τ’
αδέρφια του, την οδό Πειραιώς. Και το χρησιμοποιούσε σαν απειλή όταν
η μάνα του τον μάλωνε για κάτι.
- Μη με μαλώνεις γιατί θα φύγω στην Αθήνα και δε θα με βρίσκετε!
- Όπου και αν πας, κακομοίρη μου άμα θέλουμε σε βρίσκουμε, aπαντούσε
η μάνα.
- Και πού ξέρετε εσείς σε ποια οδό Πειραιώς θα μένω;
Ανταπαντούσε ο μικρός, που, καθώς σουλατσάριζε σε κείνο το μεγάλο δρόμο,
όλο οδός Πειραιώς διάβαζε.
Η οδός Πειραιώς ήταν και παραμένει ο κεντρικός άξονας που οδηγεί από
την Αθήνα στον Πειραιά. Τα χρόνια εκείνα είχε περισσότερο ενδιαφέρον,
ιδιαίτερα το τμήμα που αρχίζει από την Ομόνοια και φτάνει ως το Γκάζι.
Ήταν πρώτα, κατεβαίνοντας στα αριστερά, το Ωδείο Αθηνών σε πλήρη λειτουργία.
Και αμέσως πιο κάτω, στην ίδια πλευρά, η πλατεία Κουμουνδούρου. Μια
πλατεία άκρως ζωντανή (κάτι σαν το άλσος του Πεδίου Άρεως). Στην ζωντάνια
του συνέβαλε το «Αναψυκτήριο –Μπαρ ο Κουμουνδούρος», στην πλάτη ακριβώς
της σημερινής πινακοθήκης, που τότε ήταν Δημοτικό Βρεφοκομείο.
Στο «Αναψυκτήριον» εμφανίζονταν οι αστέρες του λεγόμενου «ελαφρού θεάματος»,
με τραγούδια και σκετς, και τον κόσμο να χαζεύει, άλλοι, όσοι είχαν
την οικονομική ευχέρεια, καθιστοί, για ποτό και γλυκό, και άλλοι, οι
περισσότεροι, όρθιοι.
Παραδίπλα ένα εκκλησάκι, και στη μέση της πλατείας μια μικρή πισίνα
για τα παιδιά της περιοχής. Το δε Βρεφοκομείο ήταν το «άντρο» των παιδιών
(εξώγαμων κυρίως) που δεν άντεχαν να τα συντηρήσουν οι γονείς τους και
τα εγκατέλειπαν στη βρεφοδόχο που υπήρχε στο εξωτερικό του.(Από κει,
όσοι ήθελαν, μπορούσαν να τα υιοθετήσουν).
Απέναντι, λίγο πιο κάτω, ήταν οι Φυλακές Χατζηκώστα, με ποινικούς και
πολιτικούς, οι οποίο διακρίνονταν πίσω από τα κάγκελα. Και πιο κάτω,
στην ίδια πλευρά, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και οι επιβλητικές εγκαταστάσεις
του Γκαζιού.
Πως να μην εκστασιαστεί το επαρχιωτάκι;
Δημήτρης Γκιώνης
6. H χειροτονία του παπά (Απόσπασμα)
(…) Στάθηκα κάτω από ένα πλατάνι για να μη με καίει ο ήλιος. Πήρα μια
βαθιά ανάσα και κάθισα σε μια πέτρα.
- Kάνω κάτι κουταμάρες ώρες-ώρες, είπα με κανονική φωνή, λες και απευθυνόμουν
σε κάποιον. O ήχος που έκανε η φωνή μου, έτσι όπως ήχησε στην ησυχία,
μου άρεσε, ή καλύτερα θα μπορούσα να πω ότι είχε πλάκα.
- Mα κάτι κουταμάρες........, επανέλαβα χωρίς λόγο, μόνο και μόνο για
ν’ ακούσω ξανά τη φωνή μου.
Ένιωθα ζαλισμένος. Υπέθεσα ότι θα ήταν από την ένταση. Έπιασα το μέτωπό
μου και κατάλαβα πως είχα πυρετό.
H ώρα ήταν εννιά και. H ζέστη, ακόμη και στη σκιά του πλάτανου, άρχισε
να γίνεται ανυπόφορη. Tα τζιτζίκια είχαν αρχίσει ήδη να σκορπίζουν το
μονότονο τραγούδι τους με όση δύναμη είχαν.
- Tώρα πάνω στους Oυρανούς σίγουρα θα γίνεται χαμός, σκέφτηκα. Όλοι
θα τρέχουν και δεν θα φτάνουν για να γίνει χωρίς κανένα πρόβλημα και
όπως προβλέπεται η μετάδοση της Θείας Xάριτος τα κρίσιμα λεπτά που όλοι
θα φωνάζουν «άξιος». «Άξιος, άξιος», ψέλλισα. Kι όλη αυτή η αναστάτωση
για το φίλο μου τον Παπά, τον παλιό μου συμμαθητή. «Καθόταν ακριβώς
από πίσω μου», είπα με αδύναμη φωνή. Θυμήθηκα τότε που του είχα δώσει
την κόλλα μου στο πρόχειρο διαγώνισμα της Γεωμετρίας και αντέγραψε.
Δεκατέσσερα αυτός, δώδεκα εγώ....
Oχι, δεν ήταν τζιτζίκια αυτά που ακούγονταν... Χιλιάδες, εκατομμύρια
μικρά κουδουνάκια ήταν. Κρεμασμένα σε χιλιάδες θυμιατά, εκεί πάνω στον
ουρανό. Oι Αρχάγγελοι έδιναν αγχωμένοι οδηγίες στα χιλιάδες αγγελούδια
που πήγαιναν και ερχόνταν σαν τρελά. «Υποχρεούμαστε να πετύχουμε τη
μετάδοση. Υποχρεούμαστε να πετύχουμε......», επαναλάμβαναν συνεχώς.
Ανέβηκα με τη βοήθεια των υπευθύνων στο λεωφορείο. Όταν αυτό έφτασε
να πετάει λίγο πιο πάνω από τα σύννεφα, ήμουν σε θέση ν’ ακούω ακόμα
και τα κουτσομπολιά που έκαναν τα αγγελούδια μεταξύ τους ενώ δούλευαν.
Άκουσα φερ’ειπείν ότι ακόμα κι ο Aρχάγγελος Mιχαήλ είχε ανακληθεί από
την άδειά του για να γίνει παπάς ο φίλος μου ο Παπάς! «Για τη Xάρη του
γίνονται όλα», μουρμούρισα. «Θα φτάσει στη γη ή θάχουμε κι άλλα!»
- Έχει παραισθήσεις, είπε κάποιος από τους υπεύθυνους.
- Ποιές παραισθήσεις, είπα εγώ με αυτοπεποίθηση. Όλα αυτά συμβαίνουν
στην πραγματικότητα, όπως σε βλέπω και με βλέπεις!
Ξύπνησα με αφόρητο πονοκέφαλο σ’ ένα φορείο με καταπληκτική θέα σ’ ένα
απέραντο πράσινο λιβάδι.
- Νιώθετε καλύτερα; με ρώτησε γλυκά μια χοντρούλα νοσοκόμα. Σας έφερε
πριν από καμιά ώρα ένας κύριος με ένα φορτηγό. Είχατε σαράντα ένα πυρετό.
Χωρίς καλά-καλά να έχω προλάβει να συνειδητοποιήσω αυτά που μου συνέβησαν
ή δεν μου συνέβησαν, πετάχτηκα επάνω, φόρεσα τα παπούτσια μου που τα
βρήκα σε μια γωνία και είπα αλαφιασμένος:
- H χειροτονία, η χειροτονία...
Θανάσης Ράπτης
7. Δρόμοι
Ήταν Οκτώβριος του 1989 όταν περπάτησα για πρώτη φορά στους δρόμους
του Στρασβούργου. Στα 18 μου είχα πια ενηλικιωθεί, ήμουν φοιτητής, αν
και την συγκεκριμένη εποχή, δεν ήμουν σίγουρος για το τι ακριβώς σπούδαζα…Η
ζωή μου άλλαζε, άλλαξε και τώρα,17 χρόνια αργότερα έχω κληθεί να γράψω
ένα κείμενο για μια έκθεση φωτογραφίας με τίτλο «Δρόμοι», δρόμοι ανάμεσα
στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και αυτοί του Στρασβούργου.
Ρίχνοντας λοιπόν μια ματιά σε αυτά ακριβώς τα –οικεία για μένα- τοπία,
συνειδητοποιώ τη δύναμη του φωτογράφου. Καταλαβαίνω γιατί ο φωτογράφος
είναι ένας καλλιτέχνης -ένας δημιουργός καλύτερα που δεν έχει να ζηλέψει
τίποτα από έναν ζωγράφο ή έναν γλύπτη.
Οι δρόμοι γύρω από τον Καθεδρικό Ναό του Στρασβούργου. Αναγνωρίζω εικόνες
και χρώματα, δεν πρόκειται όμως για το Στρασβούργο το οποίο γνώρισα,
στο οποίο έχω ζήσει γιατί βρίσκομαι πλέον στον κόσμο του φωτογράφου.
Αυτός δίνει το στίγμα του, καθορίζει την ατμόσφαιρα, την αισθητική του
τοπίου, του χώρου. Έτσι, οι δρόμοι του Στρασβούργου μπορούν να μοιάζουν
απόλυτα με αυτούς οποιασδήποτε άλλης πόλης, ασχέτως αρχιτεκτονικής.
Μπορούν να φαντάζουν πανομοιότυποι με τους δρόμους του Τόκιο, της κάθε
ευρωπαϊκής μεγαλούπολης ή ακόμα και μια μικρής πόλης της ελληνική επαρχίας.
Αυτό συμβαίνει γιατί θα αποτελούν μια ενότητα που φτάνει σε μας μέσα
από το μάτι και τον φακό του φωτογράφου. Ακριβώς όπως ένας πίνακας του
–ιδιαίτερα επίκαιρου τελευταία!- Λεονάρντο Ντα Βίντσι ή ένα γλυπτό του
Ροντέν.
Θανάσης Χειμωνάς
8. Δρόμοι
Υπάρχουν ανέκαθεν δύο δρόμοι στη ζωή του ανθρώπου. Ο καλός και ο κακός,
τόσο σε υλικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο.
Στο μονοπάτι απάνω της ζωής μας
σε σκοτεινό πλανήθηκα ρουμάνι,
τι ήταν ο δρόμος ο σωστός χαμένος
(Δάντης, Κόλαση, Α΄, 1-3)
Η έλλειψη δρόμου ή οδού αποτελεί αδιέξοδο, όπως επισημαίνεται στο ποίημα
«Η πόλις» του Κωνσταντίνου Καβάφη. Ο ταοϊστής φιλόσοφος Τσιουάγκ-τσε,
αφού είδε μερικούς ξυλοκόπους να κόβουν δέντρα, αλλά όχι την αιώνια
βελανιδιά κάτω απ’ την οποία ξαπόσταινε, καθώς το ξύλο της θεωρούνταν
άχρηστο, και λίγο αργότερα άκουσε τον θείο του να λέει στον υπηρέτη
του να σφάξει, για να τον φιλέψουν, τη χήνα που δεν έκανε αυγά, επειδή
και αυτή ήταν άχρηστη, ξεκινώντας για το σπίτι του, πήρε το μεσαίο μονοπάτι.
(Λουτσιάνο Ντε Κρεσέντσο, Τάδε έφη Μπελλαβίστα). Αλλά, για να περιοριστώ
στην πεζοπορία, θα αναφερθώ σε μια συμβουλή του πατέρα μου: «Όταν περπατάς
σε βουνό, προσπάθησε πάντα να ανηφορίζεις ή τουλάχιστον να προχωρείς
ίσια. Μην κατηφορίζεις ποτέ χωρίς λόγο». Η παραίνεση αυτή είναι βέβαια
και μια αλληγορική αναφορά στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζουμε
την ίδια τη ζωή. Θα μπορούσα να προσθέσω πως όταν κινούμαστε σ’ ένα
άγνωστο τοπίο είναι προτιμότερο, επιστρέφοντας, να ακολουθήσουμε τη
διαδρομή του πηγαιμού. Προσπαθώντας να συντομεύσουμε τον δρόμο, κινδυνεύουμε
να κουραστούμε περισσότερο ή και να χαθούμε. Δεν υπάρχουν δρόμοι ή μονοπάτια
που να μην οδηγούν κάπου, έστω και σε έναν σκουπιδότοπο. Σε αυτή την
περίπτωση, το μόνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι το υποτιθέμενο
μήκος τους, η αντοχή μας, η ώρα και οι καιρικές συνθήκες. Όταν χάνουμε
τον δρόμο, νιώθουμε ότι χάνουμε επιπλέον και πολύτιμο χρόνο μέχρι που
να τον ξαναβρούμε.
Στον έρμο κάμπο οδεύουμε σαν κείνους
που στη χαμένη στράτα αντιγυρίζουν,
κι ως να τη βρουν, θαρρούν αδικοτρέχουν
(Δάντης, Καθαρτήριο, Α΄, 118-120)
Μια διαπίστωση ακόμα είναι ότι η κορυφή ενός βουνού, ορατή από μακριά,
δεν φαίνεται από τους πρόποδες. Το μεγαλείο, για να γίνει αντιληπτό,
χρειάζεται απόσταση, κι αυτό συμβαίνει τόσο με τη φύση, όσο και με τους
ανθρώπους. Κι όπως οι κορυφές χάνουν την λάμψη τους με την ομίχλη, έτσι
και πολλές προσωπικότητες χάνουν την αίγλη τους όταν τυλίγονται με το
πέπλο της αυταρέσκειας. Το αυλάκι που χάραξε σ’ έναν χωματόδρομο η ρόδα
ενός κάρου που το φορτίο του έγερνε επικίνδυνα είναι η μόνη αμοιβή του
αποφασιστικού και ανιδιοτελούς άντρα ο οποίος αποσόβησε την καταστροφή
, γράφει στο ποίημά του «Υπάρχουν δρόμοι» ο Σλοβάκος ποιητής Μίλαν Ρούφους.
Το αυλακωμένο απ’ τους τροχούς των ρωμαϊκών αρμάτων πέτρινο οδόστρωμα
στους Φιλίππους μας φέρνει πιο κοντά στην εποχή που όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν
στη Ρώμη.
Δεν θυμάμαι αν πήγαινε στη Ρώμη ή στην Κωνσταντινούπολη ο Ισπανός ζητιάνος
που όταν τον συνάντησε ο Ιταλός χιουμορίστας Αλφρέντο Παντσίνι και τον
ρώτησε πώς θα έφθανε στον προορισμό του, απάντησε: «Πρεγουντάντο, σενιόρ»,
δηλαδή: «Ρωτώντας, κύριε». Κάτι ανάλογο, φαίνεται, κάνουν και τα μυρμήγκια.
Όμοια, στα μαύρα μέσα τους τ’ ασκέρια,
το ένα μερμήγκι στο άλλο ακρομουρώνει,
ίσως πού παν να μάθουν και τι βρήκαν.
(Δάντης, Καθαρτήριο, ΚΣΤ, 34-36)
Πάντως στη Βενετία, με τα δαιδαλώδη σοκάκια της, είναι σχεδόν αδύνατο
να σου δείξουν από που θα πας κάπου, πέρα απ’ την πλησιέστερη γωνία.
Μετά πρέπει να ξαναρωτήσεις. Στην ερημιά δεν μπορεί να βασιστείς παρά
μόνο στο ένστικτό σου, το οποίο με την εξάσκηση οξύνεται. Υπάρχουν άτομα
που έχουν έντονη την αίσθηση του τοπίου και άλλα που δεν την έχουν καθόλου.
Είναι σαν να μην ξέρουν την ανατομία της γης. Πάντως, μόνο καβαλώντας
το άλογο του Αγίου Φραγκίσκου, όπως αποκαλούν οι Ιταλοί την πεζοπορία,
μπορούμε να γνωρίσουμε ένα τοπίο, να το νιώσουμε και να το χαρούμε όπως
τις καμπύλες ενός αγαπημένου προσώπου. Ο τροχός δεν μπορεί να πάει παντού.
Χρειάζεται δρόμο. Και αυτός πάλι είναι κάτι σαν σχόλιο που κάνει προσιτό
στους πολλούς έναν δύσκολο στίχο.
Σημείωση: Οι στίχοι από τη Θεία Κωμωδία στο κείμενο είναι σε μετάφραση
Του Νίκου Καζαντάκη
Κάρολος Τσίζεκ
9. Δρόμος
Όποιος κι αν είναι ο δρόμος οπισθοχωρεί.
Κι επικαλύπτει εν τάχει κάποιον άλλο.
Καλύτερο απ’ αυτόν.
Τριπλής κατεύθυνσης.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης
10. Έχει ο καιρός γυρίσματα
Ο χρόνος κυλάει αβίαστα, έξω από τη λογική του ανθρώπου. Ο άνθρωπος
προσπαθεί να τον υποτάξει πότε με την επιστήμη και πότε με το συναίσθημα.
Μετράει ηλικίες, τον κομματιάζει σε έτη, σε μήνες, σε δευτερόλεπτα.
Τον τεμαχίζει σε αιώνες, τον βαφτίζει με ονομασίες και λέξεις φανταστικές
όσο και ουτοπικές. Ο χρόνος όμως δεν υποκύπτει στις αισθήσεις. Ούτε
τον νικάει το πνεύμα της ανθρώπινης επινοητικότητας. Έχει τους δικούς
του νόμους, τη δική του ανερμήνευτη φιλοσοφία.
Από την άλλη, η φύση, παρά το θηλυκό της γένος, διαθέτει και αυτή πυγμή
και κανόνες που δύσκολα μπορούν να μπουν κάτω από τη βούληση την ανθρώπινη.
Πολλές φορές αφήνεται να αγαπηθεί, να λαβωθεί, να γίνει αντικείμενο
αισχρής εκμετάλλευσης και κέρδους από τον άνθρωπο. Αλλά ξέρει να δίνει
κατάλληλες απαντήσεις: Σεισμοί, πλημμύρες και πυρκαγιές αποδεικνύουν
πως είναι δύναμη αχαλίνωτη.
Τι μπορεί να γεννήσει η συνεύρεση δύο τόσο ισχυρών δυνάμεων, το δείχνει
η φωτογραφία. Νωχελικά κυλούν οι ώρες πάνω στα ήρεμα κιτρινωπά χρώματα,
στον, άλλης εποχής, χωματόδρομο. Στην απουσία τού ανθρώπινου στοιχείου.
Όλα λειτουργούν εδώ υπέρ της αφαίρεσης, να σκεφτείς ποιος ή ποιοι κοιμήθηκαν
στη σκιά του δέντρου, να δεις με τα μάτια τής φαντασίας τον καιρό της
καλλιέργειας κι αυτόν της επικείμενης συγκομιδής, να σκεφτείς πόσα πόδια
βάδισαν χαρούμενα ή με βαριά διάθεση το χωμάτινο στρατί, να αναλογιστείς
ποιος θα είναι ο επόμενος που από την άκρη της φωτογραφίας θα σκάσει
μύτη και θα περπατήσει, μόνος ή με παρέα, αυτόν το δρόμο. Επιστρέφοντας
ή φεύγοντας. Με δισάκι στον ώμο του ή όχι. Με σκυφτό κεφάλι. Ή μήπως
θα είναι αυτοκίνητο αυτό που θα ταράξει την παραδεισένια ησυχία της
φωτογραφίας; Κι αν ο ήλιος κρυφτεί και ξεσπάσει μπόρα ξαφνική ή έρθει
σιγανή βροχή να μελαγχολήσει φυτά και ανθρώπους;
Το μέλλον θα δείξει. Δηλαδή ο χρόνος. Και της φύσης το μεγαλείο θα αναδειχτεί.
Επειδή ο χρόνος και η φύση κρύβουν τη μεγαλύτερη αλήθεια, τη γνησιότερη
σοφία. Ανώτερη και από αυτή του ανθρώπου.
Κώστας Ακρίβος
11. Δρόμοι
Πάταγε αργά το γκάζι… Είχε αρχίσει να ακούγεται το Smack my bitch up.
Οι υαλοκαθαριστήρες περνούσαν μπροστά από το τζάμι του. «Άλλωστε, δεν
έχεις πια καμιά επιλογή» ή πάλι το άλλο ...«είναι που ‘ναι τόσο αδιάφορο»...
κι άλλες πολλές κοινοτοπίες, σε ρυθμό σταθερό. Και τα φώτα του δρόμου
φεύγαν από μπροστά του, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Φεύγεις ένα βράδυ,
μπαίνεις στ’ αμάξι και χάνεσαι μέσα στη νύχτα. Το βράδυ έρχεται πράσινο
μέσα σου, ώσπου να το καταλάβεις… πότε να προλάβεις; Αυτός; μεθυσμένος;
Αν είναι αυτός μεθυσμένος, τότε εγώ τι είμαι; Και το είχα υπολογίσει:
να ’σαι σίγουρος.. Δεν βρέχει πια. Αλλά τους έχεις ακόμη αναμμένους:
ασφάλεια Το τζίπ στα πενήντα μέτρα. Κρατάμε τη σταθερή απόσταση. «Είναι
που είναι τόσο αδιάφορο»... Ε, ναι, κάνει οχτάρια! Για να ξυπνήσει είναι!
Ανοίγεις το παράθυρο… Η βροχή σου φυσάει το πρόσωπο. Για πότε πήγε τρεις
η ώρα. Δες τον. Η ώρα είναι τρεις. Ανοίγεις τα μάτια σου να μη νυστάζεις.
Μα δες τον, κάνει οχτάρια. Κι είναι τόσο απλό… αξίζει να δοκιμάσεις.
Έλα, μην κάνεις τον ανήξερο… Κι εσύ το έχεις κάνει. Ή θέλησες να το
κάνεις. Αδιάφορο. Πότε θα φτάσουν. Χαρακώνει το τζάμι. «Η γνώμη μου
είναι αυτή»... Όπως πάντα, ο αδύναμος. Και τρελό να τον πεις, το ίδιο
κάνει. Και τα φώτα του δρόμου φεύγαν από μπροστά του, το ένα πίσω απ’
τ’ άλλο. Το τζιπ του, κάνει οχτάρια. Πρόσεχε. Και στο τέλος, μην ξεχνάς,
θα τον φτάσεις. Δεν βρέχει πια. Οι υαλοκαθαριστήρες, χαρακώνουνε το
τζάμι. Ναι, το άνοιξα. Η βροχή σου φυσάει το πρόσωπο. Πάταγε αργά το
γκάζι. Θα φτάσουμε. Δεν έχω πιει. Εγώ; μεθυσμένος; Α, όχι! Αυτό δεν
γίνεται. Κι αν είναι, τι αλλάζει; Δεν θα ΄σαι δα κι ο πρώτος – ούτε
κι ο τελευταίος. Αυτά θα λέμε τώρα; Ε, ναι, κάνω οχτάρια! Για να ξυπνήσω
είναι! Θα τ’ ανοίξω. Βάλε το πρώτο: λέγεται Smack my bitch up. Ωραία.
Άνοιξε τον ήχο. Στο τέρμα του δρόμου βλέπεις δυο αμάξια με αλάρμ. Πλησιάζουν.
Φτάσαμε κοντά κι είδαμε το νεαρό να κρατάει την κοπέλα στα χέρια του.
Η μισάνοιχτη πόρτα. Κλαίνε; «Άλλωστε, δεν έχεις πια καμιά επιλογή».
...Βγαίνει, μπαίνει στο δικό του και ξεκινάει. Μ’ ένα τζιπ. Πάταγε αργά
το γκάζι... Είχε αρχίσει να ακούγεται το Smack my bitch up. Οι υαλοκαθαριστήρες
περνούσαν μπροστά από το τζάμι του. Έτρεχε μέσα στο βράδυ. Και τι να
πεις; Όπως πάντα, ο αδύναμος. Σαν να τον ξέρεις. Σα να ξέρεις ποιος
είναι «είναι που ‘ναι τόσο αδιάφορο»...
Κώστας Κωσταβάρας
12. Ο δρόμος
Της γειτονιάς μου ο δρόμος είναι καλύτερος της 5ης Λεωφόρου, των Ηλυσίων
και της Βία Βένετο. Πίσω μου, το φτωχικό του Παπανέστορα, δίπλα της
Λουκμάνη, πιο δίπλα του Σέκερη, μας κάνουν την Αγία Τριάδα κατά ένα
τρόπο μοναδικό. Δεξιά τα χαμηλόσπιτα του Γιάζι, που σβήνουν κάτω στο
Δημοτικό μου Σχολείο. Απέναντι ακριβώς είναι της Λιλής και κάτω στην
οδό Αθηνών το μοδιστράδικο – τώρα είναι κλειστό- που έραβε φουστάνια
της νιότης. Φουστάνια της γιορτής και νυφικά καμιά φορά θυμάμαι. Φάτσα,
το κίτρινο καλυβάκι- το παλιό μου ατελιέ όπου έκρυβα τα πινέλα μου και
το ράντζο μου την δεκαετία του ’50. Της γειτονιάς μου ο δρόμος είναι
διπλός γι αυτό και λέγεται Λεωφόρος Ελευθερίας (που δεν πέρασε ποτέ
λεωφορείο από το χώμα της). Αν βάλεις τώρα και τον ποταμό που έχει ακριβώς
στη μέση, τότε θα λέγεται Λεωφόρος Ευτυχίας. Κι αν βάλεις και τα δέντρα
στα κράσπεδα, θα λέγεται Λεωφόρος Ονείρων. Κι αν βάλεις και το φεγγάρι
που τη νύχτα μπερδεύεται στα κλωνάρια τους, τότε θα λέγεται Λεωφόρος
Ερώτων. Κι άμα προσθέσεις και μια της Ανοίξεως βροχούλα, έ, δεν ξέρω
πώς πρέπει να λέγεται η οδός που μεγάλωσα.
Οι άλλοι δρόμοι της ζωής, του επαγγέλματος, της κάθε προσπάθειας είναι
άφιλοι και αφιλόξενοι. Είναι δύσβατοι γεμάτοι αγκάθια και ξεραΐλα Είναι
καυτοί σαν την έρημο, και αν -για κάποιο λόγο- καταφέρεις να τους περάσεις,
στο τέρμα μετανιώνεις σαν το κοπρόσκυλο που πήγε στράφι η θυσία, για
αυτό της γειτονιάς μου ο δρόμος- ο παλαιός όχι ο τώρα- ήταν καλύτερος
της 5ης Λεωφόρου, των Ηλυσίων και της Βία Βένετο. Είχε στη μέση ακριβώς
τον ποταμό Σακουλέβα, και μπορούσες να ταξιδέψεις στα πέρατα του κόσμου
με τα μάτια! Κι αν έβαζες και το μυαλό, πήγαινες μακρύτερα ακόμη. Κι
αν έβαζες και την καρδιά, ποιος σε έφτανε, καλέ μου άνθρωπε!... Με όλα
αυτά... σίγουρα θα γινόσουν ζωγράφος!...
Κώστας Λούστας
13. Η Πανεπιστημίου
Σκοτείνιασαν οι μεγάλοι δρόμοι. Η Πανεπιστημίου κοιμάται. Ό,τι κοιμάται
είναι παιδί και πάλι. Μια αθωότητα που ταξιδεύει, μακριά από τη ζωώδη
φυσικότητα της. Βουλή, Βιβλιοθήκη, Μέγαρο Σοφών, Εθνική Τράπεζα, Στοές,
Στέγη Γραμμάτων, επιγραφές, επαγγέλματα, όσα εναρμονίζονται, προοδεύουν,
ανοίγουν νέους δρόμους, ο μεγαλύτερος εγκληματίας, ο πιο εγωιστής. Ό,τι
κοιμάται, είναι παιδί;
Κανείς δεν ξέρει τι σκέπτεται, τι λογαριάζει, τι ονειρεύεται, τι επιθυμεί.
Είναι ένα παράθυρο κλειστό, ανάμεσα σε μια πραγματικότητα και μια άλλη
πραγματικότητα. Όλα τα κορίτσια που σιγομουρμουρίζουν σχόλια, οι νεαροί
που γελούν, οι χοντροί που επιστρέφουν σπίτι τους φορτωμένοι ψώνια,
όλοι αυτοί, και οι άλλοι, είναι όμοια παράθυρα που ανοίγονται σε ίδιους
κόσμους; Είναι όλοι τους ίδιοι μ’ αυτόν; Μερικοί είναι έξυπνοι, άλλοι
χαζοί, άλλοι είναι γέροι, άλλοι πιο νέοι, μερικοί άνδρες, κι άλλοι γυναίκες,
η μήπως ανήκουμε όλοι στο ίδιο φύλο, το οποίο υφίσταται;
Αυτό το φύλο, αν υφίσταται, κοιμούμενο ανοίγεται τρυφερά σ’ αυτόν τον
κοινό ύπνο, όπου ανασαίνει ένα ον, αφηρημένα μητρικό, το οποίο γέρνει
σα νύχτα, τρυφερά πάνω από τα παιδιά, τα καλά και τα κακά.
Αυτό το φύλο, περιπατεί χωρίς να έχει συνείδηση ότι έχει συνείδηση.
Αφήνεται στον κοινό τόπο, του κοινού ύπνου, με το συναίσθημα εκείνου
που νιώθει τρυφερότητα για την ανθρώπινη μηδαμινότητα, για τις ευχάριστες
και τις θλιβερές απολαύσεις της ασήμαντης καθημερινότητας. Περιπατεί
με την πλάτη ενός τυχαίου άνδρα που πηγαίνει το πρωί στη δουλειά. Τους
γοφούς μιας γυναίκας που κρατά μια τσάντα στο δεξί της χέρι, σφίγγοντας
στην αριστερή παλάμη, τον ρυθμό των βημάτων της και τη σιωπηλή διαδρομή
ενός φύλλου που παρασύρεται από ένα ξαφνικό αεράκι καθώς η μέρα υψώνεται
αμετάκλητα.
Κωστής Τζερμιάς
14. Noir… Δρόμοι
Ένα κουβάρι από παπλώματα, ξέχειλα τασάκια, βιβλία, δίσκους, ένα πελώριο
σκύλο κι έναν προφανώς ακατάστατο, αγουροξυπνημένο φωτογράφο εν ονόματι
Τζούλιαν Σ. συναντά το πρώτο τηλεφώνημα της ημέρας από το τακτοποιημένο
γραφείο του καλλιτεχνικού ατζέντη Μάρκ Σόνκαϊ. «Καλημέρα! Τι κακογουστιά
έχεις να μου προτείνεις σήμερα;»
«Δρόμους!» απαντά ο Μάρκ για να συμπληρώσει «Δρόμους συνεργασίας ανάμεσα
σε φωτογράφους και συγγραφείς... Και συνεργάζεσαι με τον Νόρμαν Φρέιζερ!»
Από την άλλη μεριά του ακουστικού ακούγεται μόνο το τενόρο σαξόφωνο
του Hank Mobley αφού ο Τζούλιαν αστραπιαία ένιωσε κάτι που θυμίζει αποπληξία...
«Δεν... υπάρχει περίπτωση...» λέει ξερά μέχρι να τον διακόψει ο Μάρκ
προσφέροντας τη διάγνωση: «Δεν έχεις εκδώσει εδώ και τέσσερα χρόνια…
Κι αυτό σε μια εποχή μετακαπιταλιστικής αγοράς σημαίνει πως δεν έχεις
άλλη επιλογή εκτός από την ανωνυμία και το περιθώριο». Ακούγοντας όλα
αυτά αηδιασμένος από τη νουθεσία, ο Τζούλιαν απλώς μούγκρισε: «Μπορώ
να τον συναντήσω στο Cafe Valerie αύριο το πρωί στις 9» και έκλεισε
το τηλέφωνο, αφήνοντας τον Μάρκ να εκστασιάζεται με το μέγεθος της επιτυχίας
που μόλις «μανάτζαρε».
Ένα αηδιαστικά γλειμμένο με ζελέ κεφάλι με μία απαίσια χωρίστρα στο
πλάι, και με στυλ και έπαρση που θύμιζε Ζαν Πωλ Σαρτρ και Αντρέ Μπρετόν
μαζί, σιγόπινε τον καφέ του ο Νόρμαν Φρέιζερ του οποίου η (π-)οίηση
θα συνόδευε τη μία φωτογραφία του Τζούλιαν ή μήπως θα γινόταν το ακριβώς
αντίθετο; Προτού καλά-καλά καθίσει και παραγγείλει ο Τζούλιαν, ο νέος
ευφραδής μεν, κενότατος δε απόγονος του Ουόλτ Ουίτμαν, απήγγειλε κάνοντας
έκκληση για παύση με την ανοιχτή του παλάμη:
Δρόμοι... Νoir... μαύροι από τον ιδρώτα των εργατών... εκείνων που με
κόπο και μεράκι πολύ βλέπουν να γεμίζουν αίμα την επανάσταση που πορεύεται
σ’ ένα δρόμο φτιαγμένο με λέξεις... δικές μου... με την ποίηση μου να
οριοθετεί νέους δρόμους... νέα μονοπάτια στην έμμετρη τέχνη... δρόμοι
που ξελογιάζουν τις αισθήσεις... δρόμοι... δρόμοι για τους οποίους δεν
μπορώ να γράψω γιατί ζω... δρομέας... ονειροπόλος... ΔΡΟΜΟΙ... με κεφαλαία
όπως τους αρμόζει... δρόμοι έπλασαν την ιστορία της ανθρωπότητας...δρόμοι
και τίποτ’ άλλο...
Στη μέση της γκροτέσκας αυτής στιχοπλοκής, ο Τζούλιαν κάνει νόημα για
να πληρώσει και περνώντας με αστραπιαίες κινήσεις το δερμάτινο λουρί
της φωτογραφικής του μηχανής γύρω από το λαιμό τού δοξασμένου μας «επιστήμονα
του ρυθμού» και της ποιητικής μεταφοράς, τον στραγγαλίζει με μανία,
εν ψυχρώ και σε κοινή θέα σύμφωνα με τις μανιέρες που συναντάμε σε αστυνομικό
μπεστσελεράκι περιπτέρου... «Στο κάτω-κάτω και παρά το καθεστώς διαρκούς
παρακολούθησης από κρυφές κάμερες, ποιος δεν θα’κανε τα στραβά μάτια
για έναν απολύτως δικαιολογημένο φόνο;» σκέφτηκε ο Τζούλιαν διασχίζοντας
ανέμελος τον δρόμο της ελευθερίας και της πλήρους αποδέσμευσης από την
καλλιτεχνική υποκρισία, το ψέμα που τον εξόργιζε όσο τίποτε άλλο πλην
της (π-)οίησης του αειμνήστου Ν.Φ. ενός «δρομέα» του ελεύθερου στίχου
όπως πληροφορούσε τους ανυποψίαστους επισκέπτες στο νεκροταφείο η ταφόπλακα
του «μεγάλου αυτού οδοιπόρου στους δρόμους της αληθινής ποίησης, του
θανάτου», σιγοψιθύρισε ο Τζούλιαν σφυρίζοντας τρία μέτρα από το Autumn
in New York όπως το πρωτοάκουσε από την τρομπέτα του Kenny Dorham στο
Cafe Bohemia... όπου οι δρόμοι για τον Τζούλιαν δεν σηματοδοτούν κάτι
άλλο πλην του διαλόγου του κόσμου της τζαζ με την εικονοποιία του νουάρ
βίου... έκλεινε η Λόττε Στάιν, βιογράφος του Τζούλιαν, στο μικρό κομψό
βιβλίο που θα περιέθαλπτε την υστεροφημία του Τζούλιαν στο εξής, εκτός
κι αν κανείς συμβουλευόταν έντυπες καταγγελίες και δικαστικά έγγραφα
στην οποία περίπτωση τέτοιου είδους δρόμοι μόνο στο έγκλημα και την
ανομία οδηγούν, ποτέ στην τέχνη κι ας πασχίζει να υποστηρίξει η καλή
μας Λότε Σ. πως οι «δρόμοι του εγκλήματος» στην πυρετώδη φαντασία του
Τζούλιαν ανήκουν αναίσχυντα στο χώρο της μυθοπλασίας εκτός κι αν πρόκειται
για προσβολή στην τέχνη και την αλήθεια της, παράκαμψη που όντως και
αποδεδειγμένα πλέον τείνουν να στιγματίζουν τους δρόμους με το έγκλημα
και το έγκλημα με τους δρόμους...
Λάμπρος Φάτσης
15. Xρονοδρομονόμος
Δρομώ, η λέξη. Έλεγε η μάνα, δρομώντας, όταν έτρεχε κανείς
τρέχοντας για να πει. Οικεία πλάνα, αυλόγυρο κλειστό μικρής αυλής
πεθύμησα, βαρέθηκα στους δρόμους να τρέχω να γυρίζω να πατώ
κόσμο μικρού παιδιού, βορά στους νόμους γεωμετρίας άφευκτης ρυθμό
πόλης μεσημβρινής ρυμοτομία παράλληλη ο Βόλος που κρατεί
κι από κοντά πικρή αποδημία για χρόνια στην οδό την εθνική
να την περνώ στα πάτρια εδάφη στα μέρη τα δικά μου να βρεθώ
ψυχή παιδίσκη έμελλε να μάθει χρόνια στα ξένα τι να θυμηθώ
…Δρόμοι των αγριμιών δίπλα στο ρέμα πολύκλαδοι, λοξοί, διχαλωτοί
των μυρμηγκιών πατήματα γραμμένα και στο χωριό στροφή κι άλλη στροφή
δίπλες οκτώ λοξές στο καλντερίμι στη Μακρινίτσα που από ψηλά
την πόλη βλέπει άξονα που δίνει στη μεσημβρία στοίχιση, γυρνά
άσφαλτος γλιστερή και μουσκεμένη Αθήνα όπου τώρα κατοικώ
Ακρόπολη ο τόπος ζει και μένει και ζώνει δρόμος βράχο ιερό
γυρίζοντας, δρομώντας μετρονόμος και άφευκτος ρυθμός όπου κρατεί
ο χρόνος όπου κλώθεται ο δρόμος και μάνα είναι τώρα το παιδί
Μάγδα Τσιρογιάννη
16. Λεωφόρος Συγγρού
Αναρρίγησα
Η λεωφόρος Συγγρού- ίδια με το βλέμμα μου- ξεκινούσε σχεδόν από το σημείο
που πατούσα και χανότανε προς μια άγνωστη παραλία.
Κι είπα, αποφάσισα, πως πρέπει με αυτόν τον δρόμο εγώ να μοιάζω.
Βγήκα στο πεζοδρόμιο. Ο πατέρας με ακολούθησε.
«Μια απ’ αυτές τις μέρες θα σε πάρω και να κατεβούμε τούτο το δρόμο
μέχρι την άκρη του... Στη θάλασσα» -εκείνη η πλατιά παλάμη του έπαιζε
με τις κοντοκομμένες τρίχες του κεφαλιού μου.
«Νομίζω πως μοιάζω στη λεωφόρο Συγγρού», μουρμούρισα, τόσο σιγά το είπα
που μόνο εγώ το άκουσα, ίσως μήτε κι εγώ. Μπορεί να μην άκουσα τα λόγια
μου, μπορεί να μην είπα αυτή τη φράση. Μόνο να την σκέφτηκα... Ναι,
μόνο τη σκέφτηκα.
Κι έτσι από μια ολόκληρη πολιτεία επέλεξα έναν δρόμο της. Τον πιο ίσιο,
τον πιο μακρύ, τον πιο μονότονο, τον πλέον ουδέτερο. Δρόμο, όμως που
προτιμούσαν τα υπέροχα αυτοκίνητα και δρόμο που τολμούσε να πάει να
πέσει στην αγκαλιά ενός κόλπου. Στο μεγάλο κορμί μιας γοργόνας! Δρόμο
για έναν άντρα.
Η απόφαση είχε παρθεί και η εξερεύνηση δεν θα αργούσε. Άλλωστε είχε
έρθει η ώρα των πρώτων πεταγμάτων.
Μάνος Κοντολέων
17. Νομίζω πως γυρίζω αργά πια
…Νομίζω πως γυρίζω αργά πια. Σπίτι στις 6 το πρωί ξεκινά η μέρα. Σέρνω
τα πόδια στα σκαλιά ανεβαίνω ακούω το όνομα μου από μεγάφωνα καρφωμένα
στους άσπρους τοίχους του μεγάλου οδοφράγματος πάνω στο στέρνο μου στο
προσκλητήριο όμως είμαι πια απών και κάποιος κρυφακούει από δίπλα. Είμαι
μόνος το τσακμάκι δεν ανάβει σπίρτα φίλε μου σπίρτα να έχεις πάντα μαζί
σου σώζουν ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Κατηφορίζω τις σκάλες στην πεζογέφυρα
μετρό και ηλεκτρικός άνοιξη και σκοτάδι κόρνες και σιωπές βρισιές και
εξομολογήσεις δρόμοι και αποστάσεις, θα πέσω κάτι με σπρώχνει και δεν
καταλαβαίνω πάλι πώς είναι όλα αυτά δυνατά. Χωρίς εξήγηση οι απαντήσεις
δεν δίνονται και κατηφορίζοντας τον ποδοπατημένο πεζόδρομο παίρνω τηλέφωνα
και στέλνω μηνύματα σε αυτούς που δεν πρέπει αυτά που πρέπει. Εγκαταλειμμένος
μέσα στην οξυδέρκεια του πάθους μου και πάλιν ερχόμενος μετά δόξης ανοιξιάτικης
στο δικό σου κήπο στις παρυφές της πόλης περνώ τα σύνορα γελάω και πέφτω
βρίσκομαι στα γόνατα και πιάνω το χώμα και φωνάζω με τα χέρια στο στόμα
πως πάλι πέρασα από εδώ και φεύγω κόκκινος και κατησχυμένος από το ποτό
δεν είμαι εγώ από αυτούς εγώ είμαι από τους άλλους. Ανεβαίνοντας με
τα πόδια στου Φιλοπάππου μασάω άγρια χόρτα αγκάθια και σκόνη στον αέρα
αυτή που πετάς και εγώ την πιάνω μ’ εκείνη την απόλυτη κτητικότητα των
χεριών. Νυχτώνει αργά με άστρα στη γάστρα όπως λέει και ο καλύτερος
φίλος που μαγειρεύει συχνά με τις λέξεις κάποιος φωνάζει πίσω μου δεν
δίνω σημασία ακούω και τρέχω και πάλι κατηφοριζόμενος προς κάποιο πεζόδρομο
στα Πετράλωνα ψηλά και χάνομαι. Αναζητούμαι ανάμεσα στη μεγάλη αγάπη
και το ξέφρενο μίσος μέσα σε σκηνοθετημένες σκηνές παλινδρόμησης με
κλειστά μάτια στέκομαι και καπνίζω. Φεύγω πατάω γερά παραπατάω βήμα
μπρος δεκατέσσερις γωνίες από το σπίτι μου τέσσερις ώρες διαδρομή τέσσερις
ώρες προσβολή τέσσερις ώρες διχοτόμηση της ψυχής το ψευδοκράτος του
εγώ πάλι τους έπεισε όλους κι μένα σε λίγο θα με ρίξει και πάλι απολογούμενος
με δελτία τύπου θα δηλώνω απών συνειδητά προτιμώντας να μη με ξέρει
κανένας στα γεράματα και γω να θαυμάζω εσένα νομίζοντας πως γυρνώ αργά
τα βράδια και βουτάω τη μέρα από τα μαλλιά. Μάλιστα, γυρνώ αργά και
σιγά και χωρίς να με καταλάβει κανένας…
Μαρία Λαγδού
18. Ακαδημίας και Σίνα
Πριν από χρόνια δούλευα στο κέντρο. Οδός Σίνα. Ωράριο συγκεκριμένο
δεν υπήρχε. Άλλοτε πρωί άλλοτε απόγευμα. Πιο συχνά απόγευμα. Εννέα η
ώρα τέλειωνα, κάποιες εκκρεμότητες, κάποια καληνυχτίσματα, άλλα τυπικά,
άλλα της καρδιάς, γύρω στις εννιά και μισή ήμουνα στην Ακαδημίας, στις
στάσεις των λεωφορείων, αφού πρώτα τελούσα με απαράλειπτη συνέπεια την
μικρή βραδινή μου ιεροτελεστία. Με το που έβγαινα στο δρόμο κοντοστεκόμουνα,
ένα δύο λεπτά, να χαζέψω την κίνηση στα απέναντι μαγαζιά, το ψιλικατζίδικο,
το χαρτοπωλείο, που συνήθως εκείνη την ώρα μάζευαν για να κλείσουν,
άναβα το πρώτο βραδινό τσιγάρο και ξεκινούσα για ένα μοναχικό γύρο,
στα κοντινά βιβλιοπωλεία της περιοχής. Δεν ήταν η βιβλιοφιλία που με
σταματούσε μπροστά στις φωτισμένες προθήκες των από ώρα κλειστών μαγαζιών.
Στεκόμουν εκεί σχεδόν χωρίς λόγο, χαζεύοντας τις ζωγραφιές στα εξώφυλλα
των βιβλίων, ρουφώντας βαθιά, μαζί με τον καπνό του τσιγάρου, την απόλαυση
των ελάχιστων, άσκοπων, μοναχικών στιγμών μίας μέρας. Τούτες οι στιγμές
με ξέπλεναν από την πρωινή σκοτούρα και σκόνη. Ήταν η απόσταση ασφαλείας
ανάμεσα στην δουλειά και το σπίτι. Μετά κατηφόριζα αργά προς την Ακαδημίας
να πάρω το λεωφορείο. Πολλές φορές δεν έμπαινα στο πρώτο που περνούσε.
Καθόμουν στο παγκάκι της στάσης, άναβα δεύτερο τσιγάρο, γευόμενη μιαν
από τις πιο γλυκές στιγμές της πόλης.
Είναι η ώρα που σχολάνε οι πρώτες τάξεις των φροντιστηρίων και τα τελευταία
αμφιθέατρα της Νομικής και του Χημείου. Οι στάσεις γεμίζουν από μαθητές
και φοιτητές. Τις Τετάρτες, συνήθως, μαζεύονται και μικρές παρέες ηλικιωμένων
γυναικών. Καλοντυμένες, καλοχτενισμένες, μόλις βγήκαν από τα γύρω θέατρα
που παίζουν λαϊκή απογευματινή. Οι πιο καλοστεκούμενες στηρίζουν στο
μπράτσο τους τις πιο ταλαιπωρημένες να μην παραπατήσουν και πέσουν.
Μόνες, χωρίς τους συνταξιούχους συζύγους τους, μικρές ομάδες εφήβων
πιασμένες αγκαζέ, σιγογελάνε, χαίρονται μιαν απόδραση, που στιγμιαία
δαμάζει τον χρόνο, συζητάνε για την πρωταγωνίστρια και το φαΐ που έχουν
να ζεστάνουν, γυρνώντας στο σπίτι, ωδή στην φιλία που αντέχει στο χρόνο.
Ένα τέτοιο βράδυ συνάντησα τυχαία τον παλιό σύντροφο, γωνία Ακαδημίας
και Σίνα. Αν και τίποτα από τα δύο δεν λέω με σιγουριά. Ούτε «συνάντησα»,
μιας και δεν αλλάξαμε κουβέντα, ούτε «τον παλιό σύντροφο», μιας και
ποτέ δεν θα είμαι σίγουρη πως αυτή ήταν η δική του σκιά. Θα ‘χα να τον
δω και είκοσι χρόνια. Δεν έκανα να τον πλησιάσω, να του μιλήσω. Σχεδόν
κρύφτηκα όπως-όπως, τον παραμόνεψα. Να τον δω να διασχίζει τον δρόμο
με το ίδιο μπλε σκούρο παλτό –μόνο για τούτο το ρούχο θα είμαι σίγουρη-
με την ίδια ανεπαίσθητη κλίση στα δεξιά που έπαιρνε πάντα το σώμα του.
Σου μιλούσε, σε κοίταζε γέρνοντας ελαφρά, δισταχτικά στο πλάι, και δεν
ήξερες αν ήτανε για να σε παρατηρήσει ή να σε χλευάσει, να σε πλησιάσει,
να πάρει απόσταση. Κάτι ανάμεσα σε δισταγμό και ματαιοδοξία, αυτοπεποίθηση
και συστολή, μελαγχολία και πόζα.
Είναι ιστορίες που διαλέγουν αισθήσεις, μία μυρωδιά, ένα άκουσμα για
να μην ξεχαστούν, ώσπου να ξαναγυρίσουν μία μέρα απρόβλεπτα, να μας
θυμίσουν ότι τις ζήσαμε. Και το πώς και το πότε. Είναι και άλλες που
ζητάνε μιαν ανθρώπινη μορφή.
Παράνομος στην δικτατορία, ηγέτης στο κίνημα της μεταπολίτευσης, μαύρο
πρόβατο για τους ορθόδοξους αριστερούς, μυστήριο και ως εκ τούτου αντικείμενο
σεβασμού για τους εξωκοινοβουλευτικούς, λίγο ονειροπόλος, λίγο του παρασκηνίου,
οραματιστής και κυνικός, λίγο ορθολογιστής και λίγο θύμα, είχε όλα τα
υλικά που χρειαζόμουνα για να δώσω ανθρώπινη μορφή σε μία περίοδο της
ζωής μου που ήθελε να αντισταθεί στο χάλασμα του χρόνου.
Παντρεμένος με νεαρή φιλόλογο και φέρελπι λογοτέχνη, με μία πανέμορφη
κόρη και την πενιχρή κομματική αποζημίωση του επαγγελματικού στελέχους,
ζούσε σε ένα δυάρι στην Κυψέλη, σκορπώντας γενναιόδωρα την ζωή του σε
αμφιθέατρα, σε γραφεία και σε δρόμους. Τον είχα πετύχει στο τέλος μίας
ομιλίας του στην Νομική. Βγαίναμε όλοι από την ΦΜΣ με την αίσθηση ότι
κάποιος είχε τραβήξει την κουρτίνα και βλέπαμε καθαρότερα. Και εκείνος
κατέβαινε με μία παρέα συντρόφων στο κοντινό ρεμπετάδικο, μηχανορραφώντας
ενάντια στο «κομματικό κατεστημένο», με τα ποιήματα του Καββαδία να
ξεχωρίζουν φευγαλέα από την τσέπη του μπλε παλτού. Ζούσαμε τότε σε εποχές
φτιαγμένες από ξύλο και νεφέλες.
Όταν τα πράγματα είχαν αρχίσει να ζορίζουν, εκεί γύρω στο ογδόντα τέσσερα,
παραμονές της μεγάλης ρήξης και της μεγάλης εφηβικής μας εξόδου από
το όραμα, ήταν ο πρώτος που οι θεματοφύλακες της «ορθοδοξίας» χτύπησαν.
Μετρούσαμε ώρες πια στο κόμμα και στο όνειρο. Στην τελευταία συγκέντρωση
που συμμετείχα, η επίθεση που δέχτηκε είχε αγγίξει την χυδαιότητα. Όπως
κατευθυνόμουνα στην έξοδο τον είδα να στέκει στην πόρτα. Έκανα να βγω
στέλνοντας του ένα νεύμα του κεφαλιού και ένα χαμόγελο συνενοχής. Όλα
αυτά τα χρόνια, είχαμε δεν είχαμε μιλήσει πέντε έξη φορές. Με πλησίασε.
Μ’ έπιασε από τον αγκώνα.
«Κάτσε λίγο σε παρακαλώ. Θέλω να μιλήσω σε κάποιον.» Χωρίς να μ’ αφήσει
τον αγκώνα, μείναμε εκεί να κοιτάει με συντριβή τις ομάδες των συνέδρων
να φεύγουν, άλλοι τον χαιρετούσαν, άλλοι όχι. Μπορεί να πέρασαν και
δέκα λεπτά έτσι. Μετά χαλάρωσε το χέρι του, σήκωσε το γιακά του μπλε
παλτού, «τα λέμε», είπε κι ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.
Μαρίνη Σκλήρη
19. Για τη διαδήλωση
«Ξαφνικά, η κανονική και υπόκωφη βουή της κυκλοφορίας διακόπτεται από
μιαν ακαθόριστη αναταραχή. Βήματα, φωνές, κραυγές, θόρυβοι μετάλλου
και γυαλιού. Η ροή των αυτοκινήτων σταματά, σχηματίζονται ομάδες, η
κινούμενη μάζα πληθαίνει και κομμάτια από πανί, χαρτί και ξύλο μιλούν
για λογαριασμό τους. Και για την πόλη τους. Απέναντι, οι αιώνιοι κρανοφόροι,
η τάξη στην άκρη του ρόπαλου, το βήματα κοφτά και σε λίγο η έφοδος,
η βία, η άρνηση. Πότε το αέριο, πότε το αίμα, πότε ο υπόκωφος κρότος
ενός πυροβόλου. Και πάντα, κάτω από αυτές τις διάφορες μορφές, η σύγκρουση.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που μιλούν για δικό τους λογαριασμό και σ’ εκείνους
που μιλούν για λογαριασμό των άλλων που διατάζουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς
που θέλουν ν’ αλλάξουν τη ζωή και σ’ εκείνους που θέλουν να αποκαταστήσουν
αυτή την υπόκωφη βουή μιας κανονικής κυκλοφορίας στον καθημερινό ρυθμό
των πραγμάτων που συμβαίνουν χωρίς να συμβούν» (M. Castells, Πόλη και
κοινωνικοί αγώνες, Αθήνα 1980, σ. 9).
Οι φωτογραφίες διαδηλώσεων του Καρκατσέλη δύσκολα αντιστοιχίζονται με
την παραπάνω ιδεοτυπική περιγραφή της διαδήλωσης από τον Castells στις
αρχές της δεκαετίας του 1970. Ο φωτογράφος σταματά τη ροή του χρόνου
των πραγμάτων, όχι για να αναδείξει δυναμικές σχέσεις, αλλά για να επιτρέψει
να αναδειχθούν στο φωτογραφικό χαρτί τα μικρά συμβάντα, οι λεπτομέρειες,
τα κενά μιας πορείας διαμαρτυρίας. Μέσα από τα κενά και τα χάσματα που
αφήνουν οι λεπτομέρειες, αποτυπώνεται το εξαντλημένο τελετουργικό της.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όχι από τη χρονική αρχή τους,
αλλά από εκεί που η διαδήλωση υπάρχει στην πλήρη ανάπτυξη των στοιχείων
της. Μια σημείωση: Στόχος του σημειώματος δεν είναι η ρηματική ανάδειξη
της φωτογραφικής αναπαράστασης, αλλά ένα σχόλιο για τη θεματική της.
Η διαδήλωση μπορεί να οριστεί ως μια κινητική εκδήλωση διαμαρτυρίας
και διεκδίκησης μεταξύ δυο σημείων στο χώρο. Από ένα σημείο που λογίζεται
ως οικείος χώρος της ομάδας που διαδηλώνει προς ένα σημείο που λειτουργεί
ως ο συμβολικός χώρος του επίδικου αντικειμένου. Εν τέλει, προς τον
εσώκλειστο χώρο, όπου θεωρείται ότι η εξουσία ασκείται.
Μέσα από τη διαδικασία της διαδήλωσης, η συμμετρία του πλήθους των διαδηλωτών,
ένα καλειδοσκόπιο πρακτικών και λόγων, παράγεται μέσα από τις αντιθέσεις:
Μέσα-έξω, εμείς-αυτοί, ανυπακοή-πειθαρχία, σύγκρουση-καταστολή.
Το αντιπολιτευόμενο πλήθος, αποστρεφόμενο τη μελαγχολία της σκέψης,
διεκδικεί το μη-είναι-ακόμη (ή ακόμη τη διατήρηση αυτού που ήδη-είναι
έναντι μιας εξέλιξης που θεωρείται αρνητική). Αλλά πέρα από την αισιοδοξία
της επιτυχίας της δράσης, μέσα από ένα «παιχνίδι συμβάντων» και την
οργάνωση της ατμόσφαιρας, το πλήθος που διαδηλώνει ανασυγκροτεί την
τρέχουσα ζωή. Αναδιατάσσει τις σημάνσεις του χώρου, διαρρηγνύει τις
χρήσεις γης, ενοποιεί τον τεμαχισμένο χώρο, ανατρέπει τις ιεραρχήσεις
του. Αλλά εκτός της χωρικής διάστασης, και πέρα από το κλείσιμο που
επιβάλλει ο λόγος της διεκδίκησης, στη διαδήλωση υπάρχει κάτι που πλεονάζει,
που διαφεύγει, υπερβαίνοντας την οργάνωση-κόμμα-ομάδα που τη διοργανώνει.
Αυτή η περίσσεια υπάρχει ακόμα και σε πείσμα της διοργανώτριας ομάδας.
Γιατί πιθανά «υφίσταται κάτι μη αντιπροσωπεύσιμο που δημιουργεί κοινότητα
χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς απαιτήσεις ένταξης» (G. Agamben). Αυτή είναι
η πραγματική απειλή… Μια περίσσεια που κατακλύζει τους συμμετέχοντες
πέρα από οποιαδήποτε παραγωγικότητα επί του επίδικου αντικειμένου. Περίσσεια
εντοπισμένη όχι από τη γεγονοτολογική καταγραφή ή τη δυναμική ανάλυση
σχέσεων, μα εγγεγραμμένη στο υποκείμενο και στο διπλανό του, υπαρκτή
ως συγκινησιακή αναστάτωση και αναμόχλευση παθών, δυνατή ως ευθυγράμμιση
μοναδικοτήτων. Τα σώματα αγγίζονται αλογόκριτα, ενώνονται σε αταξινόμητους
δεσμούς, τα βλέμματα διασταυρώνονται διαρκώς και αδιακρίτως, η φωνή
γίνεται δυνατή, τα χέρια κρατούν σημαίες, οι σημαίες αλλάζουν χέρια,
η χαρά και η έξαψη κυκλοφορούν. Ενίοτε και η βαρεμάρα.
Στην εποχή μας όλοι υπερασπίζονται το δικαίωμα στην διαδήλωση, αλλά
την ίδια στιγμή η διαδήλωση καταδικάζεται ως μέσο διεκδίκησης, καθώς
ελλοχεύει ο κίνδυνος διάρρηξης της έννομης τάξης ή έστω ανατρέπεται
η κανονικότητα των αστικών ροών. Εν τέλει, είναι ντεμοντέ: Οι σχέσεις
κυριαρχίας-υποταγής που παράγουν αντιτιθέμενες θέσεις και συγκρούσεις
υποκρύπτονται και εξομαλύνονται σε διαφωνίες που προτείνεται να λυθούν
με το διάλογο εντός της συνταγματικής τάξης και του νόμου. Αλλά το ζήτημα
δεν είναι μόνο η ηγεμονία του λόγου της εξουσίας και η υπονομευτική
του δύναμη, δεν είναι η κρίση του δημόσιου λόγου ή των (παραδοσιακών
μορφών) συλλογικότητας στη μεταμοντέρνα εποχή. Το ερώτημα που τίθεται
είναι η πιθανή ασυμμετρία της ιστορικής μορφής διαδήλωσης με την παρούσα
συνθήκη. Στην εποχή της κρίσης της «μεγάλης πολιτικής» η κρίση της διαδήλωσης
είναι η ασυμμετρία της έναντι των διάχυτων παραγωγικών δικτύων και της
άϋλης παραγωγικής διαδικασίας του μεταφορντικού καπιταλισμού. Δέσμια
της ευκλείδειας γεωμετρίας, απέμεινε άσφαιρη μπροστά στη διάχυτη παρουσία
της εξουσίας. Το κτίριο της εξουσίας είναι άδειο. Η διαδήλωση ριζωμένη
ακόμη στην πειθαρχική λογική, στη στρατοπεδική λογική της χωρισμένης
σε τάξεις κοινωνίας, είναι μάλλον ανίκανη να ικανοποιήσει τη δημιουργικότητα
και τη φαντασία των μοναδικοτήτων του αντιπολιτευόμενου πλήθους (multitude)
στην εποχή της «Αυτοκρατορίας». Η κεντρομόλος σκέψη και η ομοιογενής
θέση της στράτευσης δεν ταιριάζει στα σώματα του πλήθους. Ο χώρος τής
δράσης τους δεν είναι εκεί που παρατάσσονται τα στρατεύματα, αλλά φαίνεται
να προτιμούν τους ανοιχτούς χώρους ως δυνητικά πεδία αποσκίρτησης και
απομάκρυνσης από τις πρακτικές ελέγχου.
Μάριος Εμμανουηλίδης
20. Δρόμος
Είτε σαν γραμμή μέσα στο φυσικό τοπίο, είτε σαν λαβύρινθος στην πόλη,
ο δρόμος εξανθρωπίζει το χώρο. Όχι μόνο επειδή κάνει αισθητή την παρουσία
τού ανθρώπου σαν ένα ίχνος που δηλώνει, αλλά κυρίως γιατί, καθώς η ζωή
γίνεται πρωτίστως αντιληπτή ως κίνηση, ο δρόμος λειτουργεί σαν υπαρξιακό
σύμβολο που υλοποιεί την έννοια του χρόνου εντός του χώρου. Γι αυτό,
στην αρχαία αρχιτεκτονική συναντάμε συχνά μια ιερά οδό όπου γινόταν
η τελετουργική αναπαράσταση των κοσμικών συμβάντων.
Κάθε δρόμος είναι μία via sacra, όπου προσμένουμε κάποιο θαύμα να συμβεί.
Κάθε δρόμος είναι ένας άξονας του κόσμου που δεν αφήνει το σύμπαν να
σκορπίσει. Κι όπως λένε, οι Ρωμαίοι απεικόνιζαν την κοσμική τάξη στις
πόλεις τους, μέσω δύο κεντρικών οδών που διασταυρώνονταν σε ορθή γωνία:
Ο cardo από βορρά προς νότο κι ο decumanus από ανατολή σε δύση. Το σχήμα
αυτό, διαδεδομένο σε πολλούς πολιτισμούς, παρέμενε ζωντανό στα χρόνια
του Μεσαίωνα, κι η λέξη «καρτιέ», δηλαδή «τέταρτο», που δηλώνει τη συνοικία
μιας πόλης, προέρχεται από αυτή τη διαίρεση σε τεταρτημόρια, που σχημάτιζε
η διασταύρωση των οδικών αξόνων.
Μα πιο πολύ μας γοητεύει ο δρόμος σαν μεταίχμιο, το σύνορο της τάξης
και του χάους. Γιατί, όπως προκύπτει, κάθε δρόμος είναι σημάδι του κόσμου
όπως τον κατανοούμε, μα ταυτόχρονα και χείλος της αβύσσου. Γι’ αυτό
χρειάζεται η ίδια τέχνη για να χαθείς μες σε μια πόλη όπως χάνεσαι στο
δάσος.
Στην περίπτωση αυτή, τα ονόματα των δρόμων μιλούν στον περιπλανώμενο
τη γλώσσα των ξερών κλαδιών που τρίζουν, ενώ τα σοκάκια στο εσωτερικό
της πόλης αντανακλούν τόσο καθαρά τις ώρες της ημέρας όσο κι οι βουνοπλαγιές.
Πάντα ο δρόμος θέλουμε να τείνει σ’ ένα τέρμα, δηλαδή σ’ ένα στόχο με
νόημα, όπου η κίνηση θα ανασταλεί κι ο χρόνος θα μετατραπεί σε μονιμότητα.
Μα το τέρμα αυτό συνεχώς απομακρύνεται. Κι εμείς πορευόμαστε. Είτε πρόκειται
για δρόμους παλιούς, που αγάπησε και μίσησε ο καθένας, είτε για νέους
που λαχταρούμε να τους ερωτευτούμε ή να τους περιφρονήσουμε, πάντοτε
δρόμο παίρνουμε και δρόμο αφήνουμε, χωρίς ποτέ να μπορούμε να επιστρέψουμε.
Μίλτος Φραγκόπουλος
21. Δρόμοι
Δρόμοι συναντήσεων / Δρόμοι αποχαιρετισμών
Δρόμοι έρημοι / Δρόμοι πολυσύχναστοι
Δρόμοι που θυμάσαι / Δρόμοι που χάθηκες
Δρόμοι με ήλιο / Δρόμοι με βροχή
Δρόμοι της παιδικής ηλικίας / Δρόμοι εργοστασίων
Δρόμοι άγνωστης πόλης / Δρόμοι καθημερινοί
Δρόμοι για ραντεβού / Δρόμοι καταστημάτων
Δρόμοι σε παραμύθια / Δρόμοι αστυνομικού δελτίου
Δρόμοι απουσίας / Δρόμοι απρόβλεπτων συμβάντων
Δρόμοι σε ταινίες / Δρόμοι σε μυθιστορήματα
Δρόμοι αδιέξοδοι / Δρόμοι αυτοκινήτων
Δρόμοι που διασχίζουν δάσος / Δρόμοι που φτάνουν στη θάλασσα
Δρόμοι στο κέντρο μεγαλούπολης / Δρόμοι συνοικιακοί
Δρόμοι για να φεύγεις / Δρόμοι για να επιστρέφεις
Δρόμοι που ξέχασες / Δρόμοι που ψάχνεις να βρεις
Δρόμοι με αρχαιότητες / Δρόμοι σύγχρονων λεωφόρων
Δρόμοι νυχτερινής ζωής / Δρόμοι διαδηλώσεων
Δρόμοι που πέρασε ο Οιδίποδας / Δρόμοι που οδηγούν στη Σφίγγα
Μιχαήλ Μήτρας
22. Δρόμοι
Αν γυρίσω προς το χώρο της παιδικής μου ηλικίας κατά τα βράδια της
περισυλλογής είναι γεμάτος μνήμες ιδίως κατά τις περιόδους των διακοπών.
Ο εκ μητρός νόννος μου Νικόλας Μαρκουλής έχτισε εν πολλοίς με τα δικά
του χέρια αν και διδάσκαλος της εκκλησιαστικής μουσικής ένα εξοχικό
έξω από το Ζακάκι προς το Ακρωτήρι και ήταν αυτό το σπίτι με τη μεγάλη
αυλή τον κήπο με τα δέντρα τα οπωροφόρα χώρος παιχνιδιών για τους μικρούς
και περισυλλογής για τους μεγάλους πικρής περισυλλογής στα χρόνια τα
δύσκολα που οι πόλεμοι και οι οικονομικές κρίσεις αφήνουν πάντα το στίγμα
τους οδοί προσπελάσιμες μα συχνά δύσβατες ξεκινούσαμε πάντα προς την
τοποθεσία αυτή των Μορκουλέϊκων πριν το χάραμα του φωτός γιατί σαν χαράξει
η μέρα ο χρόνος φεύγει αστραπή και δεν τον προλαβαίνεις με ένα παλιό
φόρντ στην αρχή και αργότερα με ένα μικρό μόρις όταν τα άλλα αυτοκίνητα
τα λίγα της πόλης δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει ήταν σαν να οδηγούσαμε τους
καταπονημένους πάντα εργάτες της γης προς τα εκεί που ο κόπος αποδίδει
καρπούς οι δρόμοι που οδηγούν προς τη σχόλη είναι συνήθως γεμάτοι χαρά
και τραγούδι ποιος νοιάζεται για τη σκληρή επιφάνεια στους πετρόχτιστους
δρόμους ποιος νοιάζεται για τη σκόνη που ανεβαίνει σαν τον καπνό η φροντίδα
για τα απτά για τα αντικείμενα είναι μόνο η αρχή και είναι αδιέξοδη
αν δεν οδηγεί στην πνευματική ανάταση θυμάμαι τους εργάτες και τις εργάτριες
τον κόπο τους ολημερίς μέσα στη δίψα όμως το επιστέγασμα της μέρας ήταν
πάντοτε ένα τραγούδι δημώδες μια καντάδα που έμοιαζε της επτανησιακής
σχολής ή ένας ύμνος της πασχαλιάς που τον συνόδευε το μαντολίνο για
να κρατεί το ίσο και να μην ξεφεύγει το μυαλό μακριά από την αρμονία
δεν θυμάμαι τα πρόσωπα των εργατών και των εργατριών όταν έφευγαν γιατί
η μέρα τους τελείωνε πάντα χωρίς τραγούδι αλλά με την έννοια της επιβίωσης
όλη μας η ζωή είναι δρόμοι εν πολλοίς ανεξερεύνητοι όμως γνώριμα στοιχεία
τους ανακαλύπτονται καθ’ οδόν γιατί ο χρόνος είναι πολυδαίδαλος και
το παρελθόν όταν βρέξει το φθινόπωρο γυρίζει τη μέρα μικρή φτιάχνει
το παρελθόν όμως σύνθετο και οι πρώτες βροχές γεμίζουν το δρόμο βροχή
και πρασινίζουν το τοπίο σαν την ελπίδα κατά τη μνήμη που μεγαλώνει
το χρόνο στους παλιούς δρόμους και στην πνευματική εξέλιξη της σήμερον.
Νάκης Σκορδίλης
23. Δρόμοι
Δρόμοι της στεριάς και της θάλασσας. Παλίνδρομοι του νου και της φαντασίας.
Δρόμοι του ξεπεσμού και της απώλειας. Δρόμοι της Αθήνας «μας», καθημερινή
μας τιμωρία.
Αν δεν στραβοπατήσω στις ράγιες που τοποθέτησαν για τους αθέατους τυφλούς,
το στραγγούλιγμα το έχω σίγουρο, πατώντας το σπασμένο πλακάκι στην τρύπα
ή στην τσιμεντόπλακα που μου θυμίζει την ξερή τούμπα προς τα πίσω που
πήρα τις προάλλες, κατεβαίνοντας τη Σίνα και δεν έσπασα το κεφάλι μου.
Το Τατζ Μαχάλ να κτίσουν δίπλα μου δεν θα το δω, αφού δεν τολμώ να σηκώσω
τα μάτια μου από το λεγόμενο ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ. Και μιλώ για το κέντρο, για
το ΚΟΛΩΝΑΚΙ που έχει γίνει κόλαση για τον πεζό. Εκτός από την απάνθρωπη
αδιαφορία, την έλλειψη συντονισμού-και στο βάθος την αρπαχτή -τι άλλο
από περιφρόνηση και μίσος για τον πολίτη που δεν μεταφέρεται πάνω στις
τέσσερις ρόδες, προδίδει η πόλη αυτή; Ο καθρέφτης της φυλής μας!
Για λόγους ασφαλείας και για να συντομέψω το μαρτύριο, επέλεξα να περπατώ
πια μόνο επάνω στην άσφαλτο -ιδίως εκεί που τα αυτοκίνητα έρχονται κατεπάνω
μου. Αυτά, δεν μπορεί, θα με δουν και θα με λυπηθούνε. Σαν μόνη διέξοδο
και αντίδοτο προτείνω την γενική τελειωτική κάθοδο όλων των πεζών στην
άσφαλτο. Κι εσύ ταξιδιάρη Αρχάγγελε Γαβριηλ, παραστάτη μου, αντί να
φέρεις το κρίνο στην Παναγία, φέρε αυτή τη φορά κανένα βούρδουλα να
ανταμείψουμε όσους μας ταλαιπωρούν και μας εξευτελίζουν και Σου υπόσχομαι
λαμπάδα μεγάλη σαν τα φτερά σου.
Νέλλη Ανδρικοπούλου
24. Δρόμοι
Του έκανα νόημα να ακολουθήσει μια παρακαμπτήριο και όταν βρεθήκαμε
στην ερημιά, κοκάλωσα τη μοτοσικλέτα μου και έβγαλα την κάσκα. Το ίδιο
έκανε κι αυτός και ας μην το είχα ζητήσει. Δεν του είπα απολύτως τίποτα.
Όμως, κατάλαβε πως ξέρω.
«Μη με σκοτώσεις», παρακάλεσε φοβισμένος και κακόμοιρος.
Θα τον σκότωνα, δεν γλίτωνε, στην επόμενη διάρρηξη, την άψογα οργανωμένη,
θα μας περίμεναν οι μπασκίνες που ο ίδιος ειδοποίησε -γνήσιο ερπετό.
Την προδοσία του την αισθανόμουν να επωάζεται τα τελευταία δέκα χρόνια
γιατί ενώ τις μέρες τρέχαμε στους αυτοκινητόδρομους και ρημάζαμε τράπεζες
σε πόλεις και χωριά, τα βράδια, σε κατώγια σκοτεινά, τον άκουγα να σαλιαρίζει
και να ερωτοτροπεί με δρόμους ξένους. Ώσπου μύξες και δάκρυα τού έκρυβαν
το πρόσωπο και μιλούσε για την ανύπαρκτη γυναίκα του, που τα απογεύματα
θα τον περίμενε να γυρίσει από τη δουλειά, για τα αγέννητα παιδιά του,
που θα συνόδευε τις Κυριακές σε λούνα παρκ και ποδόσφαιρα.
«Τομάρι» έκανα, έστω αργοπορημένα, και έφτυσα μακριά.
Ύστερα τράβηξα το περίστροφο και το ακούμπησα στο σημείο το σωστό, ώστε
να ανατιναχτούν ωραία τα μυαλά του.
Έτρεμε σαν άρρωστο ψάρι, αλλά στο βλέμμα του σχημάτιζε ένα ακόμη όνειρο.
Ο μαλάκας! Φανταζόταν το γέροντα που θα γινόταν κάποτε η ζωή του, η
ήδη τελειωμένη, συνεχιζόταν. Τον γέροντα που θα μετρούσε με αναστεναγμούς
τα ευρώ της σύνταξης ή τα χρόνια που του απέμεναν, και που κάθε πρωί
θα έδινε εξετάσεις στο περπάτημα, διασχίζοντας διαβάσεις ασφαλείς.
Δεν άντεξα τόση κατάπτωση! Κατέβασα το περίστροφο, για να μην ξοδευτούν
στα σκουπίδια οι σφαίρες μου, και του είπα να τσακιστεί, να φύγει...
Νένη Ευθυμιάδη
25. Ο παλιός δρόμος
...Από το άνοιγμα της πόρτας βλέπω να απλώνεται μπροστά μου ο παλιός
δρόμος, φτιαγμένος χρόνια πριν, σύρριζα ανάμεσα σε βουνό και γκρεμό
και που φαίνεται κάτω από τον καυτερό ήλιο σαν να είναι γανωμένος, αλλού
να χάνεται και αλλού να βγαίνει ξανά, αυτή τη στενή λωρίδα γης που αρχίζει
από τα Πομακοχώρια και φτάνει ως το συνοικισμό, ο ίδιος δρόμος απ’ όπου
κάποτε περάσανε πρώτα τα κατσίκια και κατόπι, πάνω στα χνάρια τους,
ανοίξανε οι ντόπιοι το μονοπάτι να κατέβουνε στα χειμαδιά κι έπειτα
γύρισαν πάλι πίσω, ακολουθώντας τα ίδια μισοσβησμένα σημάδια, με τα
κάρα τους φορτωμένα ξύλα, χρόνια ολόκληρα τα κάρα σ’ αυτή τη στρεβλή
διαδρομή, έως ότου στο τέλος και παίρνοντας ξοπίσω τις γραμμές που αφήσανε
οι βαριές ρόδες στην πατικωμένη γη, χαράξανε το δρόμο, τον ασφαλτοστρώσανε
και τώρα σέρνεται στο πλάι του γκρεμού, εδώ γυαλίζοντας, εκεί μπαλωμένος
με πίσσα φρέσκια ακόμη, ενώ λίγο παραπέρα το ανατρεπόμενο προχωράει
αργά και πίσω του ο εργάτης, με το κεφαλομάντηλο σφιχτό γύρω στα μαλλιά,
βουτάει το φτυάρι στο αμμοχάλικο κι ύστερα με μία κίνηση το απλώνει
πάνω στην άσφαλτο. Κι έτσι όπως τον κοιτάζω νιώθω άξαφνα σαν να ανοίγω
το ίδιο καταραμένο βιβλίο και να βρίσκομαι στην ίδια καταραμένη σελίδα,
επειδή ξέρω ότι το μόνο πράγμα που μπορεί να ακούσει είναι εκείνο το
καταραμένο αμμοχάλικο που ρίχνει με το φτυάρι του στρώνοντας το επάνω
στην καυτή πίσσα και το μόνο που μπορεί να δει μπροστά του είναι εκείνη
η ίδια καταραμένη πέτρινη βροχή...
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε», Κέδρος 2007)
Νίκη Αναστασέα
26. Οδός Φίλωνος
Μισόγυμνες εταίρες των οδών Νοταρά και Φίλωνος
πως μας θέλγετε σα θεές το Σαββατόβραδο
ερχόμαστε κοντά σας να νοιώθουμε στοργή
ο κόσμος σα ξεδώσει βλαστημάει αχάριστος
μονάχα ο πνευματικός θυμάται την αρχαία αίγλη
και σας αποκαλεί με λέξη σεπτή: ιερόδουλες!
Όσο για μας κατέπληξαν τα σχέδια της Φρύνης
ολάκερη πόλη να ξαναχτιστεί με χρήματα δικά της
κατηφορίζουμε μειδιώντας: «ου παντός πλειν ες… Φίλωνος».
Μα πώς ξεχωρίζουμε στους πολυσύχναστους δρόμους
ανάμεσα στους ναυτικούς τους φαμελιάριηδες τις τσάτσες
που φυλάνε προσεκτικά ως οικονόμες την πόρτα
σ’ όλες τις πόρτες υπάρχει το μαγικό φωτάκι
κι ο γείτονας έβαλε τη δική του: εδώ οικογένεια
ελέγχοντας τους ενοχλητικούς κάποιους φλογερούς εραστές
ευέλπιδες με το σπαθάκι και τη στολή στην τρίχα
σώνει και καλά να περάσουν πρώτοι όπως πρώτοι
μπήκαν στη σχολή οργισμένοι καρφώνουν το κεφαλόσκαλο
«καλέ να περάσει το παλικάρι να πάρει την παρθενιά»
όλοι μπαινοβγαίνουν βιαστικά στο στενό κατώφλι
ενώ εμείς καμωνόμαστε συχνά την αψιλία
γλιτώνουμ’ έτσι το μαρτύριο της αποκάλυψης
η γοητεία της θεάς μας μένει ακέραιη
το μελαμψό της στήθος μας ακολουθάει στα όνειρα
ως πλάθονται πολύχρωμα κάθε στιγμή της βόλτας
«τη μπάνισα καλά την καινούρια καλτσοδέτα
της Τζένης» με τα θεόρατα μεριά πλανιέται στον αιθέρα
γλυκά τ’ ανάλαφρο αεράκι της θάλασσας φέρνει
εκστατικό άρωμα π’ άνοιξε κάποια μασχάλη
μακρινό όπως τα φώτα τρεκλίζουνε στο βάθος
τα χρώματα ζαλισμένα φκιάχνουν το μαύρο.
Νίκος Λεβέντης
27. Ο δωδεκαετής, ένα δοκίμιο περί κινήσεως
Δώδεκα χρόνια τον απασχολούσε το ερώτημα της κίνησης
τόσα χρειάστηκε και ο Ιησούς για να εισέλθει στο ναό.
Τι κάνει άραγε τον άνθρωπο να περπατά διαρκώς μες την οδύνη
και να στοχεύει σε μιαν ποινή ακατανόητη για την ψυχή του;
Φλεγόμενη θάλασσα στην άκρη του νοήματος.
Μέσα στον κόσμο περιφερόταν μοναχός.
Φυγόδικος σε ίσκιους χαμένου παραδείσου.
Κρατώντας στα χέρια φαρμακερό καρπό.
Χωρίς να ελπίζει να κατανοήσει ακριβώς το νόημα της κίνησης.
Κι ωστόσο όλα κινούνταν γύρω.
Του προξενούσαν νύστα
Τα ρολόγια γύρω από τις κραυγές των ωρών.
Τα αυτοκίνητα στην αγεωγράφητη προφητεία της νύχτας.
Τα διαστημόπλοια πέρα από τα ψέματα του παντός.
Φιλοδοξώντας, οι επιστήμονες, να τα οδηγήσουν κάποτε,
στο πυρακτωμένο δάκρυ του μηδενός.
Μηχανικός της απουσίας έγινε.
Δώδεκα ενιαυτούς οινοκρουσμένος.
Στο τέλος πόντισε με το κρασί τον άγνωστο θεό.
Τι πράττει αλήθεια κινούμενος ο πετεινός;
Φτερά χωρίς φιλοδοξία ανάτασης,
μες τα κοτέτσια ψάχνοντας για κότες.
Μέχρι τα χάραμα αναμένοντας να πιει το φως.
Την ίδια ώρα που κάποιος αρνείται το Χριστό.
Εγώ δεν έχω δάσκαλο Εγώ μόνο το σώμα μου κρατώ.
Δεν είμαι μαθητής του.
Μ’ αυτή την άρνηση εξέρχεται συνήθως ο αμνός απ’ το μαντρί του.
Μπεμπεδίζοντας ερωτήματα σε ιωνική διάλεκτο.
Όμως κανείς δεν απαντά γιατί φυσά πολύ στα σταυροδρόμια.
Γι αυτό λέω επάνω στο σταυρό θα τελειωθεί η ατέλεια μας.
Κι ότι κι αν πράξεις ή πεις
πάντα τυφλό θα σ’ οδηγούν, θα σε δικάζουν.
Ρωτώντας ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα
Γιατί κινείται το μυαλό μου ασύνταχτα;
Γιατί κινείται ασυντόνιστα απ’ τη Δευτέρα Απουσία;
Σκοτεινή φωνή. Ο ήλιος ταξιδεύει.
Γίνεται σώμα ανθρώπινο, απαρηγόρητο
στην τρέλα της ερήμου.
Κι ωστόσο ταξιδεύει, όπως το βέλος του άσωτου θυμού.
Νύχτα παρατηρώ τα όνειρα μου!
Μαρία φωνάζω, Μαρία θα σου προσφέρω όσα έχω
μόνο διώξε τα κακό που με παιδεύει.
Τα πόδια μου γέμισαν πληγές.
Όμως η αληθινή πληγή είναι η ίδια μου η ύπαρξη,
όπως σαρώνεται στο κρίμα της φωνής μου.
Είπα: Δώδεκα χρόνια διερωτώμενος προσπαθώντας
σε τρεις στιγμές να συντονίσω άπειρους συλλογισμούς.
Όμως στην πραγματικότητα δώδεκα χρόνια,
όπως και δώδεκα επί δώδεκα χιλιάδες στον κύβο χρόνια
μαρτυρούν την ανεπάρκεια του λόγου.
Ήτοι, μεταξύ, συμβαίνοντος και ποίησης
Μεσολαβεί το επιφώνημα: Αμάν!
Ποιος μας κινεί; Ποιος Άγγελος δρομολογεί το γάμο;
Ποιος άνεμος αναστατώνει την καρδιά μου σήμερα
που θέλω να δώσω μια απάντηση στα παιδιά μου;
Γιατί κινούμαι, γιατί θέλω να φτάσω γρήγορα
Εκεί που δεν μπορώ.
Νίκος Χουρδάκης
28. Επάγγελμα οδοποιός
Τρόμαξες και κοντοστάθηκες. Η πανέμορφη θέα συνέχιζε να σου κλείνει
το μάτι, ανακάτωνε το μυαλό σου και την καρδιά. Τι να κάνεις; Να πισωγυρίσεις,
να μείνεις στάσιμος ή να προχωρήσεις; Σαν την πρωινή ηλιαχτίδα γεννήθηκε
μια καινούρια ελπίδα κι έριξε φως στη σκοτεινιασμένη σου ψυχή. Θα υπήρχε
σίγουρα ένας δρόμος. Θα ψάξεις να τον βρεις.
Πήρες τηλέφωνο τον Γνωστό σου, του είπες τι ζητάς κι αυτός άρχισε τις
ερωτήσεις. Πόσο συχνά θα βρίσκεσαι απέναντι; Θα επιστρέφεις κάποιες
φορές απ’ όπου ξεκίνησες; Θα πηγαίνεις περπατώντας ή κολυμπώντας; Θέλεις,
ίσως, ένα απλό και γι’ αυτό μάλλον δύσβατο μονοπάτι; Έναν σκονισμένο
χωματόδρομο, μια λεωφόρο, μια χιονοδρομική πίστα, ένα ρέμα για βάρκες;
Θα είναι άλλοι μαζί σου ή θα είσαι μόνος και θα έχεις μυστικά; Θα πηγαίνεις
γρήγορα αγχωμένος ή τραγουδώντας και απολαμβάνοντας την πορεία; Παρουσίασε
σχέδια, τρόπους, όσα ήξερες θα τα χρειαστείς για το σκοπό σου. Μιλούσε
φωναχτά και έντονα, με χειρονομίες. Δαχτυλόδειχνε την πραμάτεια του,
τα απλωμένα δείγματα δρόμων, σαν επιτήδειος έμπορας σε φτηνό παζάρι.
Βέβαια, συμπλήρωνε, το κάθε τι έχει το ανάλογο κόστος. Θα πληρώσεις;
Από τη φασαρία ξύπνησες και τα θυμήθηκες όλα, ήταν ένα όνειρο. Εσύ είσαι
εκείνος που φωνάζουν κύριο Γνωστό. Επάγγελμα: Οδοποιός πάσης φύσεως.
Δημιουργός δρόμων για ποικίλες ανάγκες. Στενά μονοπάτια, μονίμως χορταριασμένα.
Χωματόδρομους για τα χωριά. Ατελείωτους αυτοκινητοδρόμους που ενώνουν
πόλεις. Δρόμους προτεραιότητας, ταχείας κυκλοφορίας, μετ’ εμποδίων.
Αεροδιαδρόμους. Δρόμους από σίδερο για τα τραίνα. Δρόμους σε δάση, σε
χωράφια, σε κήπους, μέσα κι έξω από σταθμούς, μέσα κι έξω από ναούς,
δίπλα σε ποτάμια, δρόμους για την ανάβαση ψηλών βουνών. Πεζοδρόμια,
διαδρόμους, παραδρόμους, σοκάκια. Δρόμους από σκαλοπάτια. Δρόμους σε
μικρές γέφυρες, πάνω σε όχθες ρυακιών, δρόμους σε μεγάλες γέφυρες που
αψηφούν τις θάλασσες και ενώνουν λαούς και πολιτισμούς, εχθρούς και
φίλους. Δρόμους ίσιους ή φιδίσιους, διχαλωτούς που σε βάζουν σε δίλημμα,
υδάτινους δρόμους για ποταμόπλοια και για θαλασσοκάραβα.
Δρόμους κρυφούς και φανερούς, της νύχτας και της μέρας, της καρδιάς
και του μυαλού, χωρίς αρχή και τέλος. Των επιστημών και των τεχνών,
φιλοσοφικούς δρόμους, αναζητήσεις και ατελείωτες πορείες της ψυχής.
Ο δρόμος που ξεκινάει μ’ έναν νέο φίλο, μια νέα αγάπη, ένα νέο όνειρο,
μια ακόμα λαμπρή ιδέα. Με ένα θαύμα ή με μια καταστροφή. Να μετατρέπεις
σκοτεινές νύχτες σε όνειρα, να τα βγάζεις αληθινά. Δρόμοι για να πηγαίνεις
από κει που βρίσκεσαι εκεί που ποθείς ή εκεί που πρέπει ή εκεί που σε
στέλνουν ή κάπου χωρίς φανερό νόημα. Για να ανακαλύψεις εκεί, ότι ο
δρόμος είναι παραμερισμένα εμπόδια που εσύ διάλεξες και κατάφερες να
ξεπεράσεις. Πού θέλεις να πας;
Νίκος Παϊζάνης
29. Για το δρόμο
Για το δρόμο πήραμε μαζί μας τα στοιχειώδη
γομολάστιχα για να σβήνουμε τα παλιά
αυλάκια για να οργώνουμε άγονες γραμμές
διαδρομές για να εισχωρούμε
στις λεπτομέρειες των άφαντων πραγμάτων
επινοήσεις για το απρόβλεπτο σκοτάδι
μ’ αυτά κινήσαμε, μ’ αυτά πορευόμαστε
κι ας φυσάνε στο πρόσωπό μας
σταγόνες αβοήθητου ανέμου
Ντίνος Σιώτης
30. Ο δρόμος
Χαίρετε
Δρόμοι των υδάτων
Του πυρός των ανέμων
Δρόμοι γεωμέτρες ζωής και θανάτου
Δρόμοι του θρήνου και της ευτυχίας
Λεωφόροι Ηδονών
Πάροδοι κλυδώνιοι
Κάθοδοι νυχτερινές
Δρόμοι της άνυδρης Δύσης και Ανατολής
Ο δρόμος του Κοντορεβιθούλη
Της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων
Ο μεταξένιος του θηλασμού
του βλέμματος
της χειρονομίας
των χελιδονιών
Αύλακες της ήβης πεφιλημένοι…
Δρόμοι πατημένοι του κόσμου τούτου
Και ένδον…ή μέσα εκεί
Άνοδοι Αγγέλων
Οδοί εωθινές, εσπερινές, παννύχιες
Δύσβατες οδοί προς νέο ουρανό
Κλίμακες της χάριτος ηδύπνοοι
Σταυρική και αναστάσιμη
Η οδός της ζωής δια του θανάτου
Χαίρε
Κλίμαξ φωτεινής διαφυγής
Πάτρα Βασιλείου
31. Γριές στην Εγνατία
Η μια ένα σαράντα
μαντίλα γυαλιά στο βλέμμα καταχνιά
θροΐζουν κάτι γιαούρτια
μέσα σε μια σακούλα νάιλον, ορέ, πεταρίζουν
«φεύγα» μου λέει και προσπερνά
Η άλλη παραλίγο κατακόρυφη
μόλις εξέχει απ’ το έδαφος
μ’ ένα τσαντί παραμάσχαλα
τίγκα στον πεθαμένο
ακολουθεί
τα γιαούρτια τής πρώτης ατενίζει
τα δόντια κροταλίζει
«πάρε δρόμο» μου σφυρά
Η τρίτη πιο πέρα ένα τάπερ στα στερνά
το σπιτόκλειδο στην τσέπη μαύρη ζακέτα
μαύρη καμπούρα μάτια μαύρα κουφέτα
σε μια γωνιά χαζεύει τη σκηνή
ξέρει το παρακάτω η λιανή
την ρωτώ με συκώτια στυφά
«βλέπε καλά» μου απαντά.
(Από την ποιητική συλλογή ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΕΥΡΙΚΟ, Κέδρος, 2003)
Σάκης Σερέφας
32. Σέρνοντας
(Σέρνοντας φθάνει στον Ορέστη )
...Πες μου! ...
...Ποιος έχει πεθάνει και ποιος ζει,...
... Ποιος ζει,...
Τράβα το να ξεκολλήσει
Σέρνεται πάνω μου... Δεν βλέπεις,...
Φτύσε!
Να ρουφήξει... Να βαρύνει...
Και να ξεκολλήσει πέφτοντας στη άσφαλτο
Ξερίζωσε το μάτι μου τ’ αλλήθωρο
Και σπάσε το...
Να ξεθυμάνει...
Ζεματιστό να σέρνεται το σφάγιο
Ζάρωσε... Γίνε τόσο δα...
Πέρασε το απέναντι...
Θάψε το!...
Στείλε να το μαγαρίσουνε σε λόχους...
Στο χαμό...
...Δύο με τρεις και σαράντα πέντε...
...Τα μεσάνυχτα...
Στον προγραμματισμένο βομβαρδισμό...
Στην Πλατεία Ειρήνης...
(Του ψιθυρίζει) Εκεί κόβουνε τα σώματα...
Και τα κομμάτια από τα πτώματα
Και τα μοιράζουν χέρι-χέρι...
Το σκούξιμο
Δεν έχει τελειωμό...
Γδέρνει και από τις δυο μεριές...
Μ’ αλάτι
Χάρης Πλουμίδης
(Απόσπασμα από το έργο «Ορεστιάδα», εκδόσεις ΚΟΜΑΛ- Διάσωση και Διάδοση
της Κουρδικής Κουλτούρας, Κωνσταντινούπολη. Ο συγγραφέας καταδικάστηκε
σε δυο χρόνια φυλάκισης από το τουρκικό κράτος επειδή ο Κούρδος ήρωας
του έργου μιλάει την αρχαία κουρδική διάλεκτο Κουρμαντσί που απαγορεύεται
να μιλούν οι Κούρδοι στην Τουρκία).
|